ΑΓΩΓΗ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ (ΑΡ. 105 ΕΙΣΝΑΚ)– ΑΣΚΗΣΗ ΒΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΑΡΘΡΟΥ 3 της Ε.Σ.Δ.Α., ΑΡΘΡΟΥ 2 παρ. 1, 5 παρ. 2 και 7 παρ. 2 ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ, 57 ΑΚ

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αριθμός απόφασης: 18973/2017

1. Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή, ο ενάγων ζητεί … να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου να του καταβάλει, με το νόμιμο τόκο, κατά τα άρθρα 105 του ΕισΝΑΚ, 59 και 932 του Α.Κ., το συνολικό ποσό των 200.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω βλάβης της υγείας του και προσβολής της προσωπικότητάς του από παράνομες, κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο, πράξεις των οργάνων του εναγομένου, κατά την άσκηση της ανατεθείσας υπηρεσίας τους.

2. Επειδή, στην παρ. 1 του άρθρου 2 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας», στην παρ. 2 του άρθρου 5 ότι: «Όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων…» και στην παρ. 2 του άρθρου 7 ότι: «Τα βασανιστήρια, οποιαδήποτε σωματική κάκωση, βλάβη υγείας, ή άσκηση ψυχολογικής βίας, καθώς και κάθε άλλη προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας απαγορεύονται και τιμωρούνται, όπως νόμος ορίζει». Εξάλλου, στο άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.) ορίζεται ότι: «Ουδείς επιτρέπεται να υποβληθή εις βασάνους ούτε εις ποινάς ή μεταχείρισιν απανθρώπους ή εξευτελιστικάς». Κατά την έννοια δε της τελευταίας αυτής διάταξης, ως εξευτελιστική κρίνεται κυρίως η μεταχείριση, της οποίας σκοπός είναι να ταπεινώσει και να υποβαθμίσει το πρόσωπο που αφορά και της οποίας οι συνέπειες επηρεάζουν αρνητικά την προσωπικότητα του ατόμου που την υπέστη, κατά τρόπο ασυμβίβαστο προς τις ρυθμίσεις του άρθρου αυτού, ενώ, δεν αποκλείεται να υπάρχει εξευτελιστική μεταχείριση ακόμα και όταν δεν στοιχειοθετείται θετική πρόθεση ταπείνωσης ή υποβάθμισης του ανωτέρω προσώπου (πρβλ. Αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Peers κατά Ελλάδας αρ. 28524/1995 της 19.4.2001 και V. κατά Ηνωμένου Βασιλείου αρ. 24888/1996 της 16.12.1999, βλ. ΔΕφΑθ 2390/2005).

3. Επειδή, στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (Εισ.Ν.Α.Κ., π.δ. 456/1984 – Α΄ 164) ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. …». […] Εξάλλου, υπάρχει ευθύνη του Δημοσίου, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, όχι μόνον όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνου του παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης (ΣτΕ 325/2017, 2776/2016, 3539/2015, 4133/2011 7μ. κ.ά.). Ο κατά τα ανωτέρω παράνομος χαρακτήρας της ζημιογόνου πράξης, παράλειψης ή υλικής ενέργειας αρκεί για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη του Δημοσίου, χωρίς να απαιτείται και η διαπίστωση πταίσματος του οργάνου του (ΣτΕ 2091/2017, 325/2017, 2776/2016, 2429/2014, 4133/2011 7μ. κ.ά.). […]

4. Επειδή, περαιτέρω, ο Αστικός Κώδικας (Α.Κ., π.δ. 456/1984 – Α΄ 164) ορίζει στο άρθρο 932 ότι: «Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. …» και στο άρθρο 57 ότι: «Όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον … Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται», ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 59 του ίδιου ως άνω Κώδικα, στην περίπτωση αυτή το Δικαστήριο μπορεί, ύστερα από αίτηση του προσβληθέντος, «… να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού …». […].

6. Επειδή, από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η Ελληνική Αστυνομία έχει ως ειδικότερη αποστολή την πρόληψη και την καταστολή του εγκλήματος, την περιφρούρηση της έννομης τάξης, την απρόσκοπτη κοινωνική διαβίωση των πολιτών, καθώς και την προστασία των κατοχυρωμένων δικαιωμάτων των πολιτών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, κατά τα άρθρα 2 παρ. 1, 5 παρ. 2 και 7 παρ. 2 του Συντάγματος, τα δικαιώματα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας. Συνεπώς, οι ανωτέρω διατάξεις, παράλληλα με την προστασία του γενικού συμφέροντος, αποβλέπουν στην προστασία της αξίας, της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας εκάστου ατόμου και, ως εκ τούτου, η παραβίασή τους από τα κρατικά όργανα, με πράξεις ή παραλείψεις τους, κατά την ενάσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί δημιουργεί υποχρέωση του Δημοσίου προς αποζημίωση, κατά το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ (πρβλ. ΣτΕ 1491/2010, 648, 1677/2008, 307/2007, 3706, 3919/2001 28/2000). Περαιτέρω, τα όργανα της Ελληνικής Αστυνομίας, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, τόσο στο πλαίσιο της καταστολής των εγκλημάτων, όσο και στο πλαίσιο της εξασφάλισης της δημόσιας τάξης και ασφάλειας και της εξυπηρέτησης των πολιτών, έχουν υποχρέωση να σέβονται την αξία του ανθρώπου, να ενεργούν με βάση τις αρχές της νομιμότητας και της αναλογικότητας, εκτελώντας τα καθήκοντά τους με σύνεση και αυτοκυριαρχία, χρησιμοποιώντας τα κατά το δυνατόν ηπιότερα μέσα, ενώ η προσφυγή στη βία επιτρέπεται μόνο όταν είναι απολύτως αναγκαία και στο μέτρο που προβλέπεται και απαιτείται για την εφαρμογή του νόμου.

7. Επειδή, τέλος, στην παρ. 2 του άρθρου 5 του ισχύοντος Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ., ν. 2717/1999 – Α΄ 97) ορίζεται ότι: «Τα δικαστήρια δεσμεύονται … από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων ως προς την ενοχή του δράστη …».

8. Επειδή, ο ενάγων, με την υπό κρίση αγωγή, ιστορεί, ότι στις …, περί ώρα 8.00-9.00 το βράδυ, βρισκόταν στην …. ….. και πλησίον του εκεί κινηματογράφου είχε στήσει ένα μικρό πάγκο με είδη μικρεμπορίου προς πώληση (θήκες κινητών τηλεφώνων), ενώ στο σημείο αυτό βρίσκονταν, επίσης, δύο μικροπωλητές, ένας Έλληνας και ένας Ιρανός, ο οποίος δεν είχε ανοίξει ακόμη τον πάγκο του. Κάποια στιγμή, (κατά τα ιστορούμενα), τους πλησίασε ένα περιπολικό και οι αστυνομικοί τους είπαν να φύγουν, διότι δεν είχαν άδεια μικροπωλητή, πλην όμως αυτός παρέμεινε εκεί, όπως και οι λοιποί. Λίγο αργότερα, περί ώρα 9:00-9.30 (βραδινή), όπως αναφέρεται στο δικόγραφο, επανήλθε στο σημείο το περιπολικό, στο οποίο επέβαιναν δύο αστυνομικοί-συνοριακοί φύλακες (…….., όπως αργότερα έμαθε τα ονόματά τους), οι οποίοι εκτελούσαν περιπολία και απευθυνόμενοι σε αυτόν τον εγκάλεσαν για την παρουσία του στο χώρο και ο ένας εξ’ αυτών τον διέταξε να μαζέψει τα πράγματά του και να τους ακολουθήσει, εν συνεχεία δε, τον έπιασε από το μπουφάν του και τον έσπρωξε βίαια στο πίσω κάθισμα του περιπολικού μπαίνοντας και αυτός μαζί του. Το περιπολικό ξεκίνησε αμέσως και απομακρύνθηκε, κατά τη διαδρομή δε (όπως ιστορείται), ο συνοριακός φύλακας που καθόταν δίπλα του άρχισε να τον βρίζει, […] και να τον χτυπάει με γροθιές στο πρόσωπο, τα χέρια και τον ώμο, ενώ, ακολούθως, και ο οδηγός του οχήματος, αφού ακινητοποίησε το όχημα σε παράμερο και σκοτεινό δρόμο, εξήλθε αυτού, άνοιξε την πίσω πόρτα από την πλευρά που αυτός (ενάγων) καθόταν και άρχισε και ο ανωτέρω να τον χτυπάει με κλοτσιές, αμφότεροι δε οι συνοριακοί φύλακες τον έβριζαν, με λέξεις όπως οι προαναφερόμενες, και τον απειλούσαν, ότι θα υποστεί χειρότερα. Αυτός έκλαιγε, φοβόταν και ζητούσε συγνώμη. Εν συνεχεία, υποστηρίζει, ότι τον έσυραν έξω από το περιπολικό, τον πέταξαν στο δρόμο και έφυγαν, αφήνοντάς τον εκεί, χτυπημένο και ματωμένο. […] Με την υποβολή της μήνυσης (όπως αναφέρεται) παραπέμφθηκε άμεσα προς εξέταση από ιατροδικαστή, ο οποίος και διαπίστωσε, … ότι αυτός είχε υποστεί τις αναφερόμενες στην έκθεση σωματικές βλάβες (εκχυμωτικό μώλωπα μετωπιαίας χώρας, μώλωπα αρ. βρεγματικής χώρας και αρ. ωτιαίας χώρας, διάσχιση βλεννογόνου κάτω χείλους, τραυματικό οίδημα μετά συνοδού εκχυμώσεως ρινικής χώρας, εκδοχές, εκχυμώσεις, κλπ όπως αναλυτικά αναγράφονται στο δικόγραφο), οι οποίες, κατά το περιεχόμενο της έκθεσης, παρέχουν τους χαρακτήρες προσφάτως γενόμενων κακώσεων. Για το θέμα αυτό διατάχθηκε προανάκριση, στα πλαίσια της οποίας ο ενάγων αναγνώρισε τους ……….. ως τους αστυνομικούς που επέβαιναν στο περιπολικό και οι οποίοι τον χτύπησαν, κατ’ αυτών δε ασκήθηκε ποινική δίωξη για πρόκληση απλών σωματικών βλαβών που οδήγησε σε καταδίκη τους, ενώ, παράλληλα, διατάχθηκε και ένορκη διοικητική εξέταση, στα πλαίσια της οποίας παραπέμφθηκαν, αρχικώς, στο Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο. […] 11. Επειδή, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη μείζονα σκέψη τα αστυνομικά όργανα υποχρεούνται, σύμφωνα με το άρθρο 2 του π.δ. 538/1989 και τα άρθρα 2 και 3 του π.δ. 254/2004, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, να ενεργούν με σύνεση και αυτοκυριαρχία, χρησιμοποιώντας τα κατά το δυνατόν ηπιότερα μέσα και αποφεύγοντας κάθε περιττή βία. […] Με βάση τα προεκτεθέντα, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα ως άνω όργανα του Δημοσίου, με τις ενέργειες αυτές, ήτοι την άσκηση σωματικής και ψυχολογικής βίας, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, προέβησαν σε εξευτελιστική μεταχείριση του ενάγοντος και του προκάλεσαν σωματική βλάβη παραβιάζοντας τα ιδιαίτερα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις τους, που απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 2 του π.δ. 538/1989 και 2 και 3 του π.δ. 254/2004, καθώς και των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 2,7 παρ. 2 του Συντάγματος και 3 της Ε.Σ.Δ.Α.. Από την προπεριγραφείσα δε παράνομη συμπεριφορά τους προκλήθηκε στον ενάγοντα σωματικός και ψυχικός πόνος και ταλαιπωρία, αισθήματα φόβου, ανασφάλειας και ταπείνωσης και εν γένει προσεβλήθη στην προσωπικότητά του και συνακόλουθα, ο ανωτέρω υπέστη ηθική βλάβη. Εν όψει αυτών, θεμελιώνεται, κατ’ άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ αξίωση του ενάγοντος προς αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την ως άνω συμπεριφορά των οργάνων του εναγομένου.

Λέξεις κλειδιά:

Σχετικά άρθρα στην ενότητα αστικό δίκαιο