Υπόχρεη η εταιρεία σε καταβολή χρηματικής αποζημίωσης λόγω ψυχικής οδύνης στους συγγενείς εργαζομένων λόγω εργατικού ατυχήματος από το οποίο προήλθε ο θάνατος του συγγενή τους – Οι συγγενείς ως τρίτοι μπορούν να στραφούν κατά του ασφαλιστή μόνο πλαγιαστικώς, δεδομένου ότι η ασφάλιση γενικής αστικής ευθύνης, όταν δεν είναι υποχρεωτική, δημιουργεί συμβατική σχέση και κατ’ επέκταση δικαιώματα και υποχρεώσεις μόνο στις σχέσεις μεταξύ του ασφαλιστή και του αντισυμβαλλομένου – Άσκηση πλαγιαστικής αγωγής – Δεκτή αγωγή – Επιδικάζει την καταβολή των ποσών σε βάρος της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας και υπέρ της αρχικής δικαιούχου εργοδότριας εταιρείας.
ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ 2386/2023
Ι. Κατά τη διάταξη άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 2496/1997 «Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες» με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωση του (ασφαλιστική περίπτωση), κατά δε τη διάταξη του άρθρου 25 του ίδιου νόμου, η ασφάλιση αστικής ευθύνης περιλαμβάνει τις δαπάνες, που προέρχονται άμεσα από την απόκρουση και ικανοποίηση αξιώσεων τρίτων κατά του λήπτη της ασφάλισης, που γεννήθηκαν από πράξεις ή παραλείψεις του για τις οποίες είχε συμφωνηθεί ασφαλιστική κάλυψη (ΑΠ 293/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), και, τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 1 του αυτού νόμου, όταν η ασφάλιση αστικής ευθύνης είναι κατά νόμο υποχρεωτική, ο τρίτος έχει ευθεία αξίωση και πέρα από το ασφαλιστικό ποσό, μέχρι το όριο για το οποίο η ασφάλιση είναι υποχρεωτική. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί προαιρετικής ασφαλίσεως, όπως είναι αυτή της αστικής ευθύνης για την περίπτωση ατυχήματος κατά την εκτέλεση ενός δημόσιου ή ιδιωτικού έργου, ο ζημιωθείς τρίτος δεν έχει ευθεία αξίωση έναντι του ασφαλιστή παρά μόνο κατά του λήπτη της ασφαλίσεως από τις υπαίτιες πράξεις ή παραλείψεις του οποίου γεννήθηκαν οι αξιώσεις του. Ο τρίτος μπορεί να στραφεί κατά του ασφαλιστή μόνο πλαγιαστικώς, δεδομένου η ασφάλιση γενικής αστικής ευθύνης, όταν δεν είναι υποχρεωτική, δημιουργεί συμβατική σχέση και κατ’ επέκταση δικαιώματα και υποχρεώσεις μόνο στις σχέσεις μεταξύ του ασφαλιστή και του αντισυμβαλλομένου (ΑΠ 441/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 543/2007, ΤΝΠΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 72 ΚΠολΔ «οι δανειστές έχουν δικαίωμα να ζητήσουν δικαστική προστασία ασκώντας τα δικαιώματα του οφειλέτη τους, εφόσον εκείνος δεν τα ασκεί εκτός αν συνδέονται στενά με το πρόσωπο του». Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι προϋποθέσεις άσκησης της πλαγιαστικής αγωγής είναι: α) η ύπαρξη δικαιώματος κατά το χρόνο ασκήσεως της πλαγιαστικής αγωγής, (οιουδήποτε δικαιώματος, ενοχικού ή εμπραγμάτου του οφειλέτου του), το οποίο πρέπει να είναι περιουσιακό και να μη συνδέεται στενά με το πρόσωπο του οφειλέτη (προσωποπαγές), όπως π.χ. η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης δικαίωμα οίκησης, Κ.Ο.Κ.. και β) αδράνεια του οφειλέτη, η οποία και αποτελεί στοιχείο της αγωγής. Η αδράνεια μπορεί να είναι αποτέλεσμα ηθελημένης παράλειψης ή αμελούς συμπεριφοράς ή οικονομικής ανεπάρκειας ή συμπαιγνίας με τον αντίδικο ή για οποιονδήποτε άλλο υπαίτιο ή αναίτιο λόγο. Πρέπει δε να εκτείνεται έως το χρόνο άσκησης της πλαγιαστικής αγωγής. Δεν απαιτείται να έχει καταστεί υπερήμερος ο οφειλέτης στο δανειστή ή στον οφειλέτη του (ΕφΑΘ 5474/2007, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Την πλαγιαστική αγωγή μπορεί να ασκήσει και αυτός που έχει αξίωση αποζημίωσης και όταν ο οφειλέτης, που είναι ασφαλισμένος για αστική ευθύνη, αδρανεί, μολονότι επήλθε ασφαλιστικός κίνδυνος, να ασκήσει κατά της ασφαλιστικής εταιρίας την αγωγή του για καταβολή του ασφαλίσματος (ΕφΑΘ 3030/2005, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ωστόσο, η αδράνεια του οφειλέτη μπορεί να συνίσταται και στη μη επίσπευση της διαδικασίας επί της αγωγής που ο ίδιος άσκησε κατά του οφειλέτη του (Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας, Ερμ ΚΠολΔ, τ. Ι στο άρθρο 72 αριθμ. 1 σελ. 164, Νίκας, Η ένσταση εκκρεμοδικίας στην πολιτική δίκη, 1991, σελ. 264 σημ. 404). Η δυνατότητα ικανοποίησης του δανειστή από το δικαίωμα του οφειλέτη, όπως και η αδράνεια του οφειλέτη προς ενάσκηση του δικαιώματός του αποτελούν στοιχεία για τη δικαιολόγηση εννόμου συμφέροντος στην άσκηση της σχετικής πλαγιαστικής αγωγής, που βέβαια πρέπει πάντοτε να έχει την απαιτούμενη πληρότητα του περιεχομένου της για να μην απορρίπτεται ως αόριστη (ΑΠ 134/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αποτελεί δε διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης και προϋπόθεση του παραδεκτού της αγωγής η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο οφείλει ο ενάγων να επικαλεσθεί και να αποδείξει, διαφορετικά η αγωγή απορρίπτεται τυπικά ή κατ’ ουσίαν αναλόγως. Αίτημα της πλαγιαστικής αυτής αγωγής είναι όχι η καταβολή της παροχής στον ενάγοντα – δανειστή, αλλά στον οφειλέτη του, ο οποίος είναι φορέας του ασκούμενου από το δανειστή του δικαιώματος. Τέλος, απαραίτητη προϋπόθεση για την έγερση της πλαγιαστικής αγωγής, είναι η γένεση της αξίωσης του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή, η οποία (γένεση), κατά την ορθά κρατούσα άποψη, επέρχεται όταν ο τρίτος που ζημιώθηκε επιδώσει στον ασφαλισμένο την σχετική αγωγή που ενεργοποιεί την ευθύνη του και τούτο διότι από τότε πραγματώνεται η ασφαλιστική περίπτωση (ΕφΑΘ 3030/2005 όπ.π.). Εφόσον ο ασφαλισμένος ζημιώσας αδρανεί, ο ζημιωμένος τρίτος μπορεί να ασκήσει πλαγιαστικά την καταψηφιστική αγωγή αυτού κατά του ασφαλιστή και μετά την έκδοση τελεσίδικης αναγνωριστικής απόφασης περί της οφειλής του (ΕφΑΘ 4868/1992 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). περαιτέρω, η απαίτηση του ζημιωθέντος τρίτου κατά του ασφαλιστή του ζημιώσαντος καθίσταται τοκοφόρος σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 340 και 345 ΑΚ, από τη δικαστική ή εξωδικη όχληση του ασφαλιστή, οπότε και περιέρχεται αυτός σε υπερημερία οφειλέτου. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 7 του Ν. 2496/1997, κατά την οποία, «αν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, o ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει το ασφάλισμα χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Τέλος, αν για τη διάγνωση της έκτασης του ασφαλίσματος απαιτείται μεγάλο χρονικό διάστημα, ο ασφαλιστής υποχρεούται, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, σε καταβολή του ποσού για το οποίο δεν υπάρχει αμφισβήτηση», δεν καθιερώνεται δήλη ημέρα πληρωμής της υποχρέωσης του ασφαλιστή, μετά την πάροδο της οποίας αυτός καθίσταται υπερήμερος και οφείλει τόκους υπερημερίας.
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή τους, οι ενάγοντες εκθέτουν ότι κατά των: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία ………… 2) ……………, ως νομίμου εκπροσώπου αυτής, 3) …………., 4) ………………, 5) ………….., είχαν ασκήσει την από 16-07-2014 αγωγή τους με την οποία ζητούσαν χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από το θάνατο του συγγενούς τους, συζύγου της πρώτης, πατέρα των δεύτερης και τρίτου, καθώς και αδελφού των λοιπών εναγόντων, από εργατικό ατύχημα, το οποίο έλαβε χώρα την 31-07-2009 κατά την εκτέλεση της εργασίας του ως εργάτη στο αναφερόμενο στην αγωγή εργοστάσιο επεξεργασίας ανακυκλώσιμου χαρτιού της πρώτης εναγομένης, στην οποία ο δεύτερος εναγόμενος υπήρξε νόμιμος εκπρόσωπος, ο τρίτος εναγόμενος είχε την ευθύνη επίβλεψης του έργου, ο τέταρτος εναγόμενος ήταν ο χειριστής κλαρκ από αβλεψία του οποίου έλαβε χώρα το περιγραφόμενο στην αγωγή ατύχημα και η πέμπτη των εναγομένων είχε την ιδιότητα της τεχνικού ασφαλείας της εταιρείας. Ότι η εκεί πρώτη εναγομένη άσκησε την από 04-08-2015 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε πρόσθετη παρέμβαση – παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης κατά της ασφαλιστικής εταιρείας ΑΤΕ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ, με την οποία είχε συνάψει το υπ’ αριθμ. …. ασφαλιστήριο συμβόλαιο περί ασφάλισης γενικής αστικής ευθύνης επαγγελματικού χώρου έναντι τρίτων και κάλυψης της αστικής ευθύνης εργοδότη, η δε τελευταία άσκησε την από 28-02-2017 πρόσθετη παρέμβασή της. Ότι κατόπιν εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 577/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τμήματος εργατικών διαφορών) με την οποία: α) συνεκδικάστηκαν η παραπάνω από 16-07-2014 αγωγή, η από 04-08-2015 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε πρόσθετη παρέμβαση παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης και η από 28-02-2017 πρόσθετη παρέμβαση, β) διατάχθηκε ο χωρισμός της δίκης ως προς την από 04-08-2015 παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης της πρώτης εναγομένης και παραπέμφθηκε αυτή να δικαστεί στο παρόν Δικαστήριο ως καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία, γ) απερρίφθη η πρόσθετη παρέμβαση, δ) κρίθηκε ότι το εν λόγω ατύχημα οφείλεται σε αδικοπραξία των πρώτης, δεύτερου και τρίτου των εναγομένων και έγινε δεκτή ως προς αυτούς, οι οποίοι υποχρεώθηκαν να καταβάλουν εις ολόκληρον το ποσό των 70.000 ευρώ στην πρώτη των εναγόντων ατομικά, το ποσό των 70.000 ευρώ για κάθε ένα από τα ανήλικα, και το ποσό των 15.000 ευρώ σε καθέναν από τους λοιπούς ενάγοντες, με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής, ενώ απορρίφθηκε ως προς τους τέταρτο και πέμπτη των εναγομένων και ε) κηρύχθηκε η ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη εν μέρει προσωρινά εκτελεστή για μεν την πρώτη των εναγόντων τόσο ατομικά αλλά και ως έχουσα την επιμέλεια των ανήλικων τέκνων της ως προς το ποσό των 10.000 ευρώ για έκαστο και ως προς το ποσό των 5.000 ευρώ για τους λοιπούς ενάγοντες. …..
Ότι, η ηττηθείσα πρώτη εναγομένη της από 16-07-2014 αγωγής, παρότι επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση σύμφωνα με την παραπάνω σύμβαση ασφάλισης, ήτοι ο θάνατος του εργαζόμενου συγγενούς τους, αδράνησε και δεν αξίωσε την καταβολή σε αυτή της αποζημίωσης που η τελευταία οφείλει σε αυτούς, δεδομένου ότι από την έκδοση της παραπάνω απόφασης έως και την άσκηση της υπό κρίση αγωγής έχει παρέλθει διάστημα δύο ετών, χωρίς εντούτοις να έχει μεριμνήσει για την επίσπευση της συζήτησής της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση. …. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούν, αφού γίνει δεκτή η από 04-08-2015 παρεμπίπτουσα αγωγή της εταιρείας «…………….» κατά της εδώ εναγόμενης, να υποχρεωθεί αυτή (η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία) να καταβάλει στην παραπάνω ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «……….» το ποσό των 70.000 ευρώ στην πρώτη των εναγόντων ατομικά, το ποσό των 70.000 ευρώ για κάθε ένα από τα ανήλικα, και το ποσό των 15.000 ευρώ σε καθέναν από τους λοιπούς ενάγοντες, με το νόμιμο τόκο από την ημέρα επίδοσής της μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση, τα οποία ποσά η παραπάνω εταιρεία τους οφείλει σύμφωνα με το διατακτικό της ως άνω υπ’ αριθμ. 557/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου. Τέλος, ζητούν να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η εκδοθησόμενη απόφαση και να καταδικαστεί η εναγομένη στη δικαστική της δαπάνη. …….
ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 249 εδ. α’ ΚΠολΔ αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από διοικητική αρχή απόφαση, που δεν μπορεί να προσβληθεί. Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, προκύπτει ότι εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να διατάξει την αναβολή της δίκης, όταν η διάγνωση της εκκρεμούς ενώπιόν του διαφοράς, εξαρτάται από την επίλυση του νομικού ζητήματος που αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, καθόσον παράλληλα η διάγνωση στην άλλη δίκη του νομικού αυτού ζητήματος, θα συντελέσει στην επιτάχυνση της πορείας της δίκης και στην ασφαλέστερη διάγνωση του ζητήματος αυτού (ΑΠ 271/2020, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
IV. Η εναγομένη με τις νομίμως προκατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της ισχυρίζεται ότι δεν προκύπτει εν προκειμένω ότι η υπ’ αριθμ. 577/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έχει καταστεί αμετάκλητη ή έστω τελεσίδικη, με αποτέλεσμα η κρινόμενη αγωγή να μην έχει βεβαιωμένο δικαστικώς το αξιούμενο ποσό, καθώς επίσης και ότι η διάγνωση της ένδικης διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την έκβαση άλλης έννομης σχέσης, που ενδεχομένως πρόκειται να κριθεί κατόπιν ασκήσεως ενδίκου μέσου κατά της παραπάνω απόφασης από οποιοδήποτε από τα αρχικώς διάδικα μέρη. Για τον λόγο αυτό υποβάλλει αίτημα αναστολής εκδίκασης της ένδικης αγωγής εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η πιθανολογούμενη άλλη δίκη με αντικείμενο το εργατικό ατύχημα, αίτημα το οποίο είναι κατ’ αρχήν νόμιμο και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.
IV. Από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, …. αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: …….
Κατά της ως άνω υπ’ αριθμ. 577/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύτηκε την 06-03-2019, δεν αποδείχθηκε ότι έχει ασκηθεί κάποιο ένδικο μέσο, ενώ δεδομένου ότι έκτοτε έχει παρέλθει διάστημα πλέον των τεσσάρων ετών, έχει αυτή (η απόφαση) σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 513, 518 παρ. 2, 552, 553 και 564 παρ. 2 ΚΠολΔ ήδη καταστεί αμετάκλητη, με αποτέλεσμα να περιβάλλεται αυτή με ισχύ δεδικασμένου, για το οποίο σε κάθε περίπτωση αρκεί η τελεσιδικία της απόφασης (άρθρο 321 ΚΠολΔ), απορριπτομένου ως εκ τούτου του αιτήματος της εναγομένης περί αναστολής της παρούσας δίκης κατ’ άρθρο 249 ΚΠολΔ εωσότου καταστεί η παραπάνω απόφαση τελεσίδικη. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι σύμφωνα με το προσκομιζόμενο μετ’ επικλήσεως υπ’ αριθμ. 30822003988 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, το οποίο συνήφθη την 31-12-2008 και ήταν σε ισχύ κατά τον χρόνο του υπό κρίση εργατικού ατυχήματος, η εταιρεία «ΑΤΕ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ.» είχε αναλάβει, μεταξύ άλλων, την αστική ευθύνη της εταιρείας με την επωνυμία «………..», υπό την ιδιότητα της ως εργοδότη, περιλαμβανομένης της εκ των άρθρων 657, 658 και 932 ΑΚ προβλεπόμενης υποχρεώσεως έναντι του εργατοϋπαλληλικού και λοιπού προσωπικού των ασφαλιζόμενων στο ΙΚΑ και απασχολούμενου στην επιχείρηση, σε περίπτωση σωματικών βλαβών που Θα προκαλούνταν κατά τη διάρκεια των εργασιών και θα οφείλονταν σε υπαιτιότητα της λήπτριας της ασφάλισης εταιρείας ή των προστηθέντων αυτής. Εξάλλου, ρητώς προβλεπόταν στο παραπάνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο ότι η εν λόγω κάλυψη θα υφίστατο εφόσον διαπιστωνόταν με δικαστική απόφαση η ευθύνη τη εταιρείας προς καταβολή αποζημιώσεως. Επίσης, αποδείχθηκε ότι, εν συνεχεία, η ως άνω ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «ΑΤΕ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ» απορροφήθηκε από τη νυν εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «ERGO ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» (βλ. προσκομιζόμενη με αρ. πρωτ. 318/0201-2018 έγγραφη ανακοίνωση της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή) . Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, να καταβάλει στην εταιρεία με την επωνυμία «……….» το συνολικό ποσό των 330.000 ευρώ (70.000+70.000+70.000+15.000+15.000+Ι5.000+15.000+15.000+Ι5.οοο +15.000+15.000) με βάση την ως άνω υπ’ αριθμ. 577/2019 απόφαση του μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο η τελευταία οφείλει να καταβάλει συνολικά στους ενάγοντες και συγκεκριμένα το ποσό των 70.000 ευρώ στην πρώτη των εναγόντων ατομικά, το ποσό των 70.000 ευρώ για έκαστο των δεύτερης και τρίτου των εναγόντων (ήτοι ……..) και το ποσό των 15.000 ευρώ για έκαστο εκ των λοιπών οκτώ εναγόντων, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης τους, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της από 04-08-2015 και με αριθμό καταθέσεως 78790/2677/2015 παρεμπίπτουσας αγωγής της εταιρείας «………..» στην ασφαλιστική εταιρεία ΑΤΕ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ, της οποίας η νυν εναγομένη είναι διάδοχος, οπότε και έλαβε χώρα σαφής και ορισμένη όχληση της παραπάνω εταιρείας. Πρέπει δε να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή για μέρος του ποσού, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, δεδομένου ότι η καθυστέρηση θα προκαλέσει ζημία στους ενάγοντες. Τέλος, η εναγομένη πρέπει να καταδικαστεί λόγω της ήττας της στο σύνολο των δικαστικών εξόδων των εναγόντων, όπως καθορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης (άρθρα 176 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Λέξεις κλειδιά:





