Μεγάλη δημοσιότητα πήραν πρόσφατες αποφάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου σε σχέση με επιδίκαση αναδρομικών διαφορών συντάξεων σε δικαστικούς λειτουργούς.
Ποια είναι η πραγματικότητα σε σχέση με τις αποφάσεις αυτές και τι ακριβώς αφορούν;
Καταρχήν οι πρόσφατες αριθμ. 1330-1332/2023 αποφάσεις της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν συνιστούν κάποια ρήξη στη νομολογία των Ανώτατων Δικαστηρίων της χώρας.
Το βασικό νομικό ζήτημα είχε ήδη κριθεί με την υπ΄ αριθμ. 1/12018 απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου (Μισθοδικείου) που απεφάνθη ότι οι περικοπές του ν. 4093/2012, κατά το μέρος που αφορούν τους συνταξιούχους δικαστικούς λειτουργούς και οι οποίες ελήφθησαν υπόψη για τον επανυπολογισμό των συντάξεών τους κατά το νεότερο ν. 4387/2016, αντίκεινται, στις διατάξεις του Συντάγματος, οι οποίες επιτάσσουν τη χορήγηση στους δικαστικούς λειτουργούς σύνταξης που να μην αποκλίνει ουσιωδώς από τις αποδοχές των εν ενεργεία δικαστικών λειτουργών, οι οποίοι έχουν τον αυτό βαθμό με εκείνον που κατείχαν οι συνταξιούχοι κατά την έξοδό τους από την ενεργό υπηρεσία, ώστε να διασφαλίζεται σε αυτούς επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης, ανάλογο με το κύρος και την αποστολή του λειτουργήματος που ασκούσαν. Ετσι είχε κριθεί ότι περικοπές, οι οποίες οδηγούν σε λήψη σύνταξης κατά ποσοστό πλέον του 40% μικρότερης από τις αποδοχές ενέργειας που λάμβαναν οι δικαστικοί λειτουργοί, δεν συνάδουν με την συνταγματικώς επιβαλλόμενη αναλογία των συντάξεων και των αποδοχών ενεργείας των δικαστικών λειτουργών.
Η απόφαση παρέπεμπε κατά τα λοιπά ως προς τον προσδιορισμό των οφειλόμενων στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Μετά την έκδοση απόφασης για το επίμαχο χρονικό διάστημα της άνω δίκης, οι ενδιαφερόμενοι δικαστικοί λειτουργοί επανήλθαν και ζήτησαν τον επαναπροσδιορισμό της σύνταξής τους, σύμφωνα με τα κριθέντα από την απόφαση του Μισθοδικείου, από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους. Μετά την πάροδο άπρακτου τριμήνου, προσέφυγαν εκ νέου στο Ελεγκτικό Συνέδριο, το οποίο με τις άνω αποφάσεις του, αφού έκρινε καταρχήν παραδεκτή την προσφυγή (ονομαζόμενη έφεση) σε αυτό, αποφάνθηκε ότι θα πρέπει να επαναπροσδιορισθούν οι συντάξεις τους, σύμφωνα με όσα είχαν ήδη κριθεί από το Ειδικό Δικαστήριο και παρέπεμψε κατά τα λοιπά στο τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου και κατά τα λοιπά στη Διοίκηση για την εφαρμογή της απόφασης. Κατ΄αυτό τον τρόπο οι δικαστικοί λειτουργοί που είχαν δικαιωθεί σύνταξης προς του ν. 4387/2016, αλλά όσοι δικαιώνονται σύνταξης με το νόμο αυτό, εφόσον αυτή καθορίζεται σε ποσό που υπολείπεται το 60% των αποδοχών ενέργειάς τους, μπορούν να ζητήσουν τον επανυπολογισμό της σύνταξής τους, και σε αντίθετη περίπτωση να διεκδικήσουν δικαστικά τις εν λόγω διαφορές.
Όμως η νομολογία του Ελεγκτικού Συνεδρίου επιτρέπει τη διεκδίκηση συναφών διαφορών συντάξεων και σε δημόσιους υπαλλήλους γενικά. Τούτο καθώς το Ελεγκτικό Συνέδριο, ενόψει και της άνω απόφασης του Ειδικού Δικαστηρίου, λαμβάνοντας υπόψη και παρεμπίπτουσες επί του ζητήματος κρίσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (υπ΄αριθμ. 1880/2019 απόφαση της Ολομελείας του – κατά τα λοιπά απορριπτική ως προς την αντισυνταγματικότητα υπαγωγής του συνταξιοδοτικού συστήματος των δημοσίων υπαλλήλων στον ΕΦΚΑ), είχε ήδη κρίνει με την υπ΄ αριθμ. 2020/2020 απόφαση της Ολομελείας του ότι οι συντάξεις όλων των δημοσίων υπαλλήλων θα πρέπει να τελούν σε εύλογη αναλογία με τις αποδοχές ενέργειάς τους, έτσι ώστε να μην επέρχεται ανατροπή στο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσής τους, ενόψει και της συνταγματικά προβλεπόμενης προστασίας της θέσης τους με σκοπό την αμερόληπτη άσκηση των καθηκόντων τους. Το ακριβές επίπεδο αυτής της εύλογης αναλογίας το Δικαστήριο απείχε να κρίνει, καθώς αυτό επαφίεται στη νομοθετική εξουσία.
Είναι έτσι σαφές ότι σε περίπτωση που σε δημόσιο υπάλληλο απονέμεται σύνταξη, η οποία υπολείπεται καταφανώς των αποδοχών ενέργειάς του (χωρίς στην περίπτωση αυτή να υπάρχει κάποιο νομολογιακό προηγύμενο), υπάρχει περιθώριο δικαστικής προσφυγής ως προς την εκτίμηση της τήρησης της αρχής της εύλογης αναλογίας μισθού – σύνταξης.
Ως προς τους λοιπούς συνταξιούχους του ιδιωτικού τομέα προ του ν. 4387/2016 δεν ισχύει καταρχήν το ίδιο, καθώς το Συμβούλιο Επικρατείας με την απόφαση 1891/2019 της Ολομελείας του έκρινε ότι είναι σύννομος ο επανυπολογισμός συντάξεων που έγινε με το ν. 4387/2016, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί κατά την έναρξη ισχύος του, μετά την εφαρμογή των περικοπών, που εν μέρει (όσον αφορά τις περικοπές των νόμων 4051/2012 και 4093/2012) είχαν κριθεί ως αντισυνταγματικές με τις αριθμ. 2287-2288/2015 αποφάσεις της Ολομελείας του. Το ως άνω ζήτημα τέθηκε εκ νέου και με την αριθμ. 1439/2020 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας επαναβεβαιώθηκε η συνταγματικότητα της ισχύος του άρθρου 14 του ν. 4387/2016, αφήνοντας περιθώριο μόνο για όσους είχαν αναζητήσει δικαστικά διαφορές μέχρι 10-6-2015 και οι οποίοι μπορούσαν να συνεχίσουν τη δικαστική διεκδίκησή τους. Για το διάστημα από 11-6-2015 έως 12-5-2016 (έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016) οι περικοπές που είχαν κριθεί αντισυνταγματικές με τις άνω αποφάσεις 2287-2288/2015 του ΣΤΕ χορηγήθηκαν αναδρομικά με βάση το ν. 4734/2020 σε όλους τους συνταξιούχους.
Με βάση έτσι τη νομολογία των Ελληνικών Δικαστηρίων, όπως έχει διαμορφωθεί έως σήμερα δεν είναι καταρχήν εφικτή η δικαστική διεκδίκηση περικοπών συντάξεων σε συνταξιούχους του ιδιωτικού τομέα που έλαβαν σύνταξη πριν το ν. 4387/2016.
Μετά την εφαρμογή του άνω νόμου όμως και την κατάργηση των κατώτερων ορίων που προηγούμενα ίσχυαν, έχουν εμφανιστεί μεμονωμένες περιπτώσεις ασφαλισμένων που λαμβάνουν συντάξεις, οι οποίες υπολείπονται σημαντικά του κατώτερου επιπέδου φτώχειας, όπως επίσης υπολείπονται δραματικά ακόμη και του μέσου όρου των αποδοχών που υπολογίζονται για την σύνταξή τους, υπολειπόμενες ενίοτε ακόμη και των προνοιακών επιδομάτων. Αν και η χορήγηση της εθνικής σύνταξης περιορίζει τις άνω περιπτώσεις, παραμένουν και πάλι ασφαλισμένοι οι οποίοι θα πρέπει να εξετάσουν το ενδεχόμενο δικαστικών προσφυγών.
Λέξεις κλειδιά:





