Με το νέο νόμο 5078/2023 (ΦΕΚ 211Α’) του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης προβλέπονται για μια ακόμη φορά ριζικές τροποποιήσεις της νομοθεσίας όσον αφορά την δυνατότητα απασχόλησης συνταξιούχων και τις συνέπειες από την απασχόληση αυτή. Οι νέες ρυθμίσεις θα εφαρμοσθούν από 1/1/2024.

Η ισχύουσα έως σήμερα ρύθμιση προβλέπεται στο άρθρο 20 του ν. 4387/2016, όπως αυτό ίσχυε μετά το άρθρο 27 του ν. 4670/2020, και αφορούσε τους συνταξιούχους εξ ιδίου δικαιώματος (γήρατος – αναπηρίας).

Για τις συντάξεις θανάτου (χηρείας, γονέων κλπ.) ισχύουν οι οικείες διατάξεις (άρθρ. 12 ν. 4387/2016 κλπ.), οι οποίες συνήθως προβλέπουν μείωση της σύνταξης μετά τη συμπλήρωση 3ετίας από το θάνατο του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου.

ΙΣΧΥΟΥΣΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ – ΜΕΙΩΣΗ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΓΗΡΑΤΟΣ

Ως προς τις συντάξεις γήρατος, με βάση το άρθρο 20 του ν. 4387/2016, όπως ισχύει, προβλέπεται ότι, σε περίπτωση συνέχισης της απασχόλησης μετά τη συνταξιοδότηση το ακαθάριστο ποσό της σύνταξης (κύριας και επικουρικής) καταβάλλεται μειωμένο κατά 30% (σημειώνεται ότι το σχετικό ποσοστό ανερχόταν σε 60% κατά την αρχική διάταξη του ν. 4387/2016, προ της τροποποίησης με το ν. 4670/2020, ενώ παλαιότερα ίσχυαν άλλες περισσότερο ή λιγότερο περιοριστικές της απασχόλησης του συνταξιούχου διατάξεις).

Εξαιρετικά επίσης αναστέλλεται πλήρως η καταβολή της σύνταξης σε περίπτωση ανάληψης δραστηριότητας σε φορείς της Γενικής Κυβέρνησης (σε φορείς δηλ. του πρώην Δημοσίου Τομέα, όπως αυτός κάθε φορά καθορίζεται) εφόσον ο συνταξιούχος δεν έχει συμπληρώσει το 62ο έτος της ηλικίας του.

Εξαίρεση από την μείωση της σύνταξης προβλέπεται στις περιπτώσεις:

α) απασχόλησης σε χώρες ΕΕ ή σε χώρες με τις οποίες η Ελλάδα έχει συνάψει Διακρατική Σύμβαση Κοινωνικής Ασφάλισης

β) σε συνταξιούχους του πρώην ΟΓΑ που συνεχίζουν απασχόληση που υπάγεται στις διατάξεις του πρώην ΟΓΑ

γ) στους συνταξιούχους του Δημοσίου που έλαβαν σύνταξη ως πάσχοντες από ειδικές παθήσεις

δ) των δικαιούχων εξωιδρυματικού (παραπληγικού) επιδόματος ή επιδόματος ανικανότητας του Δημοσίου

ε) των τυφλών και γενικά των περιπτώσεων του ν. 612/1977

στ) των πολύτεκνων, των οποίων το ένα παιδί τουλάχιστον είναι ανήλικο ή σπουδάζει έως το 24ο έτος της ηλικίας του ή είναι ανίκανο για βιοποριστική εργασία

ζ) όσων λαμβάνουν σύνταξη από το Δημόσιο ως θύματα τρομοκρατικής πράξης, ως δικαιούχοι πολεμικής σύνταξης, ως λογοτέχνες και λοιπές ειδικές περιπτώσεις και

η) όσων το ετήσιο εισόδημά τους από την απασχόληση στον αγροτικό τομέα ως αγροτών, μελισσοκόμων, πτηνοτρόφων και αλιέων δεν υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ.

ΔΗΛΩΣΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ

Για τη συνέχιση της απασχόλησης απαιτείται δήλωση που υποβάλλεται με την αίτηση συνταξιοδότησης, είτε με ξεχωριστή δήλωση στην αρμόδια Τοπική Διεύθυνση ΕΦΚΑ τόπου κατοικίας, μετά την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης. Σε περίπτωση παράλειψης της σχετικής δήλωσης καταλογίζονται σε βάρος του συνταξιούχου 12 μηνιαίες συντάξεις, οι οποίες είτε παρακρατούνται από τη σύνταξη σε δόσεις έως του 1/4 αυτής, είτε εισπράττονται με βάση τις διατάξεις του ΚΕΔΕ (αναγκαστικά μέτρα – δεσμεύσεις λογαριασμών, κατασχέσεις κλπ.).

Για την απασχόληση μετά τη σύνταξη καταβάλλονταν οι οικείες εισφορές χωρίς προσαύξηση, ενώ ο χρόνος ασφάλισης μετά τη συνταξιοδότηση αξιοποιείτο με ποσοστό αναπλήρωσης, το οποίο ήταν ενιαίο 1,5% επί του Μ.Ο. αποδοχών ανά έτος ασφάλισης και υπολογιζόταν μετά τη διακοπή της απασχόλησης με σχετική αίτηση από τα Τμήματα Πληρωμών Συντάξεων των οικείων Τοπικών Διευθύνσεων του ΕΦΚΑ, χωρίς αναθεώρηση της απόφασης συνταξιοδότησης.

ΝΕΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Μετά από εξαγγελίες, με βάση το άρθρο 114 του ν. 5078/2023 που προβλέπεται πλέον ότι:

Α) δεν επιβάλλεται μείωση στις καταβαλλόμενες συντάξεις σε περίπτωση συνέχισης της απασχόλησης, αλλά καταβάλλεται ειδικός πόρος υπέρ ΕΦΚΑ ο οποίος ανέρχεται:

α) στην περίπτωση μισθωτής απασχόλησης σε ύψος 7,7% επί των ασφαλιστέων αποδοχών κύριας ασφάλισης για τον κλάδο κύριας ασφάλισης και λοιπών παροχών και σε ύψος 2,3% επί των ασφαλιστέων αποδοχών επικουρικής ασφάλισης για τον κλάδο επικουρικής ασφάλισης, ο οποίος πόρος βαρύνει αποκλειστικά τον ασφαλισμένο.

β) στην περίπτωση μη μισθωτών (ελεύθερων επαγγελματικών και ανεξάρτητα απασχολούμενων) σε ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) επί της επιλεγείσας ασφαλιστικής κατηγορίας κύριας ασφάλισης για τον κλάδο κύριας ασφάλισης και παροχών, το οποίο ποσοστό σε περίπτωση υπαγωγής και στην επικουρική ασφάλιση, ορίζεται σε ποσοστό ύψους σαράντα τοις εκατό (40%) επί της επιλεγείσας ασφαλιστικής κατηγορίας κύριας ασφάλισης για τον Κλάδο κύριας ασφάλισης και λοιπών παροχών και σε σαράντα τοις εκατό (40%) επί της επιλεγείσας ασφαλιστικής κατηγορίας επικουρικής ασφάλισης για τον κλάδο επικουρικής ασφάλισης,

και σε παρεμφερή ποσοστά για τις λοιπές ειδικότερες περιπτώσεις (αγρότες, απασχολούμενοι με μπλοκάκι, μισθωτοί μηχανικοί, έμμισθοι δικηγόροι, αμειβόμενοι με παραστατικά παρεχόμενων υπηρεσιών ή με εργόσημο).

Το συνολικό επιβαλλόμενο ποσό του ειδικού πόρου υπέρ e-ΕΦΚΑ σε ετήσια βάση δεν μπορεί να υπερβαίνει το δωδεκαπλάσιο της εθνικής σύνταξης (δηλ. σήμερα το ποσό των 12 Χ 413,76 = 4.965,12 ευρώ).

Παραμένουν οι ως άνω προβλεπόμενες περιπτώσεις εξαιρέσεων από τη μείωση της σύνταξης, ως εξαιρούμενες πλέον από την υποχρέωση καταβολής του προβλεπόμενου ειδικού πόρου, παρότι ο οικείος χρόνος απασχόλησης θα υπολογίζεται ως συντάξιμος (με την εξαίρεση μη συνυπολογισμού του χρόνου αυτού σε ειδικές περιπτώσεις – απασχόλησης συνταξιούχου π. ΟΓΑ στον π. ΟΓΑ, απασχόλησης στον αγροτικό τομέα ως αγροτών, μελισσοκόμων, κτηνοτρόφων, πτηνοτρόφων και αλιέων των οποίων το εισόδημα από την απασχόληση αυτή δεν υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ και συνταξιούχων αμειβόμενων με Παραστατικό Παρεχόμενων Υπηρεσιών, οι οποίοι εξαιρούνται από την υποχρέωση ασφάλισης και καταβολής εισφορών με ειδικές διατάξεις).

Για το συνυπολογισμό του χρόνου απασχόλησης για την προσαύξηση της απονεμηθείσας σύνταξης, θα ακολουθείται η ίδια όπως και πριν διαδικασία, πλην όμως προβλέπεται πλέον ότι η προσαύξηση θα υπολογίζεται με τον πίνακα ποσοστών αναπλήρωσης του ν.4670/2020, ήτοι στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων σε ποσοστό 0,77% επί του Μ.Ο. αποδοχών ανά έτος ασφάλισης.

Ο ως άνω ειδικός πόρος θα καταβάλλεται μαζί με τις λοιπές εισφορές που αντιστοιχούν στην απασχόληση του συνταξιούχου. Ετσι για μεν τους μισθωτούς θα καταβάλλεται με μέριμνα του εργοδότη, μαζί με τις λοιπές εισφορές, αυξάνοντας τις οικείες κρατήσεις (καθώς ο πόρος βαρύνει αποκλειστικά τον ασφαλισμένο), ενώ για τους μη μισθωτούς μέσω του συστήματος εισφορών του ΕΦΚΑ. Αυτό έχει ως συνέπεια ότι ο συνταξιούχος πέρα από την υποχρεωτική ενημέρωση του ΕΦΚΑ θα πρέπει να ενημερώνει και τον εργοδότη του,  κάτι που υπό το προηγούμενο σύστημα δεν ήταν καν αναγκαίο.

Ο ειδικός πόρος δεν θα υπολογίζεται ως αποδοχές για την προσαύξηση της σύνταξης του απασχολούμενου συνταξιούχου, ενώ βέβαια, μειώνοντας τις καθαρές αποδοχές, δεν θα υπόκειται και σε φορολογία εισοδήματος.

Συνολικά, στις περισσότερες περιπτώσεις, η επιβολή του πόρου αυτού θα έχει ευνοϊκές συνέπειες για το συνταξιούχο, με αποτέλεσμα την αύξηση της απασχόλησης συνταξιούχων λόγω γήρατος, σε αριθμούς ακόμη μεγαλύτερους μετά το ν. 4670/2020, που περιόρισε το ποσοστό μείωσης της σύνταξης σε 30%, όπως και μετά την άρση των περιορισμών απασχόλησης στους συνταξιούχους των Ταμείων των ανεξάρτητα απασχολούμενων επιστημόνων (Νομικών, ΤΣΑΥ, ΤΣΜΕΔΕ κλπ.), ρυθμίσεις μετά τις οποίες αυξήθηκε σημαντικά ο αριθμός των απασχολούμενων συνταξιούχων.

Β) Ως προς δε τους συνταξιούχους αναπηρίας επέρχεται επίσης ριζική μεταβολή, καθώς με βάση και τις δηλώσεις του αρμόδιου Υπουργού δεν επαναλαμβάνεται στη νέα ρύθμιση η ειδική εξαίρεση από τη διάταξη περί απασχόλησης των συνταξιούχων. Ετσι πλέον και ο συνταξιούχος αναπηρίας για το διάστημα που έχει κριθεί ανάπηρος με γνωμάτευση ΚΕΠΑ θα μπορεί να εργασθεί, χωρίς μάλιστα στην περίπτωσή του να επιβάλλεται και ο ανωτέρω ειδικός πόρος υπέρ ΕΦΚΑ.

Με βάση τα έως σήμερα ισχύοντα τη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων προβλεπόταν σ ότι η συνέχιση της απασχόλησης από τον συνταξιούχο λόγω αναπηρίας, επιτρεπόταν εφόσον το εισόδημά του από την απασχόληση αυτή δεν υπερέβαινε το αντίστοιχο ποσοστό του μέσου συνήθους εισοδήματος απασχολούμενου σε παρόμοιο επάγγελμα με το επάγγελμα το οποίο ασκούσε ο συνταξιοδοτηθείς και για το οποίο είχε κριθεί ασφαλιστικά ικανός από την αρμόδια υγειονομική επιτροπή. Ετσι π.χ. ο συνταξιούχος αναπηρίας που είχε κριθεί ανάπηρος (ασφαλιστικά μη ικανός) κατά ποσοστό 67%, μπορούσε να απασχολείται και να αποκομίζει έως 33% του μέσου συνήθους εισοδήματος του οικείου επαγγέλματος (ως προς το ΙΚΑ – ως προς τα λοιπά ταμεία ίσχυαν και διαφορετικές διατάξεις που εξαρτούσαν την επέλευση αναπηρίας από ανικανότητα αποκόμισης εισοδήματος από κάθε επάγγελμα). Σε περίπτωση υπέρβασης (ως προς την οποία επικρατούσε αρκετή ασάφεια) ο κριθείς ως ανάπηρος ελεγχόταν πλέον ως ασφαλιστικά ικανός για απασχόληση (άρση ασφαλιστικής αναπηρίας) με αποτέλεσμα να ανακαλείται η απόφαση συνταξιοδότησής του, προκαλώντας σχετικές διαφορές, τόσο σε επίπεδο Διοικητικών Επιτροπών, όσο και Δικαστηρίων.

Πλέον μετά την κατάργηση της νομοθετικής επιφύλαξης της παραγράφου 2 του άρθρου 20 του ν. 4387/2016 για εφαρμογή ως προς τους συνταξιούχους αναπηρίας των διατάξεων των οικείων πρώην φορέων, είναι σαφές ότι τουλάχιστον για το διάστημα για το οποίο κάποιος έχει κριθεί ανάπηρος (ακόμη και αν αυτό είναι εφ΄όρου ζωής), θα μπορεί να απασχοληθεί χωρίς το φόβο ανάκλησης της συνταξιοδότησής του.

Παραμένει βέβαια το ζήτημα για το αν ο ανάπηρος που απασχολείται και αποκομίζει πλέον του μέσου συνήθους εισοδήματος του ασφαλιστικά ικανού, θα κρίνεται ως ανάπηρος (δηλαδή ασφαλιστικά μη ικανός) για την αμέσως επόμενη περίοδο από τις αρμόδιες υγειονομικές επιτροπές και τα ασφαλιστικά όργανα.

Αθήνα, 21/12/2023

Λέξεις κλειδιά:

Σχετικά άρθρα στην ενότητα επίκαιρα σημειώματα