Από την ετήσια ή εξάμηνη προθεσμία από την επιβολή της κατάσχεσης για την διενέργεια του πλειστηριασμού αφαιρούνται και τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα: Με βάση τη συνδυαστική ερμηνεία των άρθρων 954 παρ. 2 περ. ε’, 993 παρ. 2 και 1019 ΚΓΙολΔ, όπως ισχύουν, και εν όψει του σκοπού της όλης ρύθμισης για την ανατροπή της κατάσχεσης, γίνεται δεκτό ότι το χρονικό διάστημα των επτά μηνών, το οποίο υποχρεωτικά πρέπει να παρεμβάλλεται από την περάτωση της κατάσχεσης μέχρι τον ορισμό του πλειστηριασμού, δεν προσμετράται στην ενιαύσια προθεσμία του άρθρου 1019 παρ. 1 ΚΠο.λΔ και συνεπώς αυτή δε μπορεί να αρχίζει νωρίτερα από την αναγκαστική παρέλευση των επτά μηνών από την ημερομηνία της κατάσχεσης, κατά την οποία ο επισπεύδων βρίσκεται σε εκ του νόμου αδράνεια. Δέχεται αίτηση

ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

(Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων )

Αριθμός απόφασης 1088/2023

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1019 παρ. 1 ΚΓΙολΔ η κατάσχεση, εφόσον δεν ακολούθησε πλειστηριασμός μέσα σε ένα έτος, αφότου επιβλήθηκε, ή αναπλειστηριασμός μέσα σε έξι μήνες από τον πλειστηριασμό, ανατρέπεται, αν το ζητήσει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, με απόφαση του Ειρηνοδικείου στην περιφέρεια του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση, το οποίο δικάζει κατά την διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ. Με την εν λόγω διάταξη εισάγεται ο θεσμός της ανατροπής της κατάσχεσης, εφόσον δεν γίνει μέσα στο καθοριζόμενο από αυτήν χρονικό διάστημα, με σκοπό την επίσπευση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, την αποφυγή της παρέλκυσής της από τον επισπεύδοντα, που ενδεχομένως αδρανεί, και την αποφυγή της μακροχρόνιας δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, που οδηγεί στην οικονομική απονέκρωσή τους. Η ανατροπή της κατάσχεσης αποτελεί οιονεί ποινή της αδράνειας του επισπεύδοντος, ο οποίος δεν μπόρεσε να αποπερατώσει εντός της ετήσιας ή εξάμηνης προθεσμίας την διαδικασία του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού, ενώ συγχρόνως επιδιώκεται με αυτήν η απελευθέρωση του κατασχεθέντος από το βάρος της κατάσχεσης και της περαιτέρω διαδικασίας. Η ανατροπή της κατάσχεσης δεν επέρχεται αυτοδίκαια, αλλά απαγγέλλεται με δικαστική απόφαση του Ειρηνοδικείου του τόπου της εκτέλεσης. Αυτή εκδίδεται μετά από αίτηση αυτού, που έχει έννομο συμφέρον, και κυρίως του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη ή τρίτου κυρίου του ενυπόθηκου ακινήτου (Νικολόπουλος, σε Κεραμέα/ΚονδύληΙΝίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, τόμος ΙΙ, έκδοση 2000, άρθρο 1019, αρ. 3 – 4, σελ. 1993). Η αίτηση, αν ασκείται από τον οφειλέτη, στρέφεται κατά του κατά τον χρόνο της ανατροπής επισπεύδοντος, ενώ, αν ασκείται από δανειστή του καθ’ ου η εκτέλεση, απευθύνεται κατά του επισπεύδοντος και κατά του οφειλέτη (ΕιρΑθ 538/1995 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Νικολόπουλος, σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, τόμος ΙΙ, έκδοση 2000, άρθρο 1019, αρ. 4, σελ. 1993). Το δικαστήριο, που διατάσσει την ανατροπή, ερευνά μόνον την ύπαρξη των προϋποθέσεων του νόμου και, εφόσον συντρέχει η προϋπόθεση της παρέλευσης του νόμιμου χρόνου, είναι υποχρεωμένο να την διατάξει (ΑΠ 1531/1995, ΕιρΡοδ 38/2007 αμφ. δημ. στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Άμεση συνέπεια της εκδιδομένης απόφασης, που έχει διαπλαστικό χαρακτήρα, είναι η κατάργηση της εκτελεστικής διαδικασίας και η ακυρότητα των περαιτέρω διαδικαστικών πράξεων και του πλειστηριασμού, ο οποίος, αν τυχόν γίνει, πάσχει δικονομικά, εφόσον έγινε σε χρόνο, που δεν υπήρχε πλέον η κατάσχεση. Η προθεσμία του άρθρου 1019 παρ. 1 ΚΓΙολΔ αρχίζει να τρέχει από την επόμενη της κατάσχεσης, και όταν ακόμη επακολουθήσει αναγγελία, που στηρίζεται σε εκτελεστό τίτλο, ώστε να εξομοιώνεται από τα άρθρα 972 παρ. 2, εδ. β και 1006, παρ. 4, εδ. α ΚΓΙολΔ με κατάσχεση. Η ανατροπή της κατάσχεσης συμπαρασύρει και τις αναγγελίες όσων δανειστών έχουν αναγγελθεί με τα προσόντα αυτοτελούς κατάσχεσης, μόνο εφόσον έχουν συμπληρωθεί και γι’ αυτούς από τον χρόνο της αναγγελίας τους οι προβλεπόμενες στο άρθρο 1019 παρ. 1 ΚΠολΔ προθεσμίες. Αλλιώς η απόφαση για την ανατροπή δεν θίγει την αναγγελία τους, η οποία μετά από δήλωση υποκατάστασης μπορεί να στηρίξει έγκυρη διαδικασία πλειστηριασμού. Πάντως και για τους μη θιγόμενους από την ανατροπή της κατάσχεσης αναγγελθέντες δανειστές η κατάσχεση μεν διατηρείται, θεσπίζεται όμως αυτοτελής προθεσμία ανατροπής της από την αναγγελία τους, η οποία δεν μπορεί να συμπληρωθεί πριν από την πάροδο εξαμήνου από την ανατροπή. Το δικαστήριο γνωστοποιεί χωρίς υπαίτια καθυστέρηση την απόφαση στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, που οφείλει να σταματήσει κάθε παραπέρα ενέργεια και να ζητήσει να εγγραφεί σχετική σημείωση στο βιβλίο κατασχέσεων. Η ανατροπή λογίζεται ότι έχει επέλθει erga omnes, αφότου δημοσιευθεί η απόφαση (ΑΓΙ 1508/2018 ΧρΙΔ 2019, 287, ΜΕφΠειρ 434/2021 ΤΝΓΙ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΘασου 26/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 1019 ΚΠολΔ εισάγονται εξαιρέσεις από το γενικό κανόνα της παρ. 1 του ίδιου άρθρου και σύμφωνα με αυτές στις προθεσμίες της παρ. 1 δεν υπολογίζονται: α) το χρονικό διάστημα από την έκδοση της απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 966 παρ. 3 και 4 ΚΠολΔ μέχρι την ημέρα του πλειστηριασμού, που ορίσθηκε σύμφωνα με αυτήν, β) ο χρόνος αναστολής εκτέλεσης, που χορηγήθηκε με δικαστική απόφαση ή επήλθε με κοινή συναίνεση επισπεύδοντος και οφειλέτη και πιστοποιείται με συμβολαιογραφική πράξη, ενώ, στην περίπτωση, που η αναστολή έχει χορηγηθεί υπό όρους, δεν αφαιρείται το χρονικό διάστημα, που ακολούθησε την παράβαση του όρου της αναστολής. Οι ανωτέρω περιπτώσεις αποτελούν εξαίρεση του γενικού κανόνα των προθεσμιών της παρ. 1 του άρθρου και η περιοριστική απαρίθμηση των περιπτώσεων του άρθρου 1019 παρ. 2 ΚΓΙολΔ δεν εμποδίζουν την αναλογία, καθόσον ο σκοπός της καθιέρωσης των εξαιρέσεων του άρθρου αυτού, δηλαδή η αφαίρεση του χρόνου της παρεμπόδισης της προόδου της εκτελεστικής διαδικασίας, συντρέχει και σε άλλες περιπτώσεις. Επομένως χωρεί ανάλογη εφαρμογή της διάταξης αυτής και σε άλλες περιπτώσεις που ο δανειστής βρίσκεται σε αδυναμία (νομική ή πραγματική) συνέχισης της εκτέλεσης, για να καλυφθούν κενά. Έτσι έχει κριθεί από την νομολογία ότι δεν υπολογίζονται, μεταξύ άλλων,: α) το χρονικό διάστημα από την δημοσίευση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που ακύρωσε την κατάσχεση, ως την δημοσίευση της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που έκανε δεκτή την έφεση και εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, β) το χρονικό διάστημα μεταξύ της δήλωσης συνέχισης διεξαγωγής του πλειστηριασμού και της νέας ημερομηνίας διενέργειάς του, κατά την οποία ματαιώθηκε λόγω έλλειψης πλειοδοτών γ) η δοθείσα εκ μέρους του επισπεύδοντας παράταση στον οφειλέτη για την εξόφληση του χρέους του, χωρίς η συμφωνία αυτή να έχει περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, δ) η περίπτωση νομοθετικής πρόβλεψης αναστολής πλειστηριασμών (π.χ. λόγω διενέργειας εκλογών), ε) η περίπτωση αναστολής ατομικών διώξεων λόγω κήρυξης του οφειλέτη σε πτώχευση. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 954 παρ.2 περ. ε’ ΚΠολΔ, όπως ισχύει, η ημέρα του πλειστηριασμού προσδιορίζεται υποχρεωτικά 7 μήνες μετά από την ημέρα περάτωσης της κατάσχεσης και όχι πάντως μετά από την παρέλευση 8 μηνών από την ημέρα αυτή. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 973 παρ. 1, εδ. β’ ΚΠολΔ, όπως ισχύει, σε περίπτωση δήλωσης συνέχισης του πλειστηριασμού η νέα ημέρα του πλειστηριασμού ορίζεται υποχρεωτικά από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού εντός δύο και πάντως όχι μετά από την παρέλευση τριών μηνών από την ημέρα της δήλωσης αυτής. Οι ανωτέρω δύο νέες ρυθμίσεις, που εισήχθησαν με τον νόμο 4335/2015, συνιστούν νέες τυπικές περιπτώσεις νομικής αδυναμίας συνέχισης της εκτελεστικής διαδικασίας από τον επισπεύδοντα δανειστή, αφού λαμβάνοντας υπόψιν τον σκοπό του άρθρου 1019 ΚΠολΔ νια την ανατροπή της κατάσχεσης, που δεν είναι άλλος από την πάταξη της αδράνειας του κατασχόντος δανειστή, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, είναι πλέον προφανές ότι για τα ως άνω χρονικά διαστήματα, κατά τα οποία εκκρεμεί ο πλειστηριασμός, ο κατασχών επισπεύδων δεν αδρανεί, αλλά αντίθετα είναι αναγκασμένος εκ του νόμου να περιμένει την παρέλευση των σχετικών προθεσμιών για τη διενέργεια του πλειστηριασμού.

Έτσι, με βάση τη συνδυαστική ερμηνεία των άρθρων 954 παρ. 2 περ. ε’, 993 παρ. 2 και 1019 ΚΓΙολΔ, όπως ισχύουν, και εν όψει του σκοπού της όλης ρύθμισης για την ανατροπή της κατάσχεσης, γίνεται δεκτό ότι το χρονικό διάστημα των επτά μηνών, το οποίο υποχρεωτικά πρέπει να παρεμβάλλεται από την περάτωση της κατάσχεσης μέχρι τον ορισμό του πλειστηριασμού, δεν προσμετράται στην ενιαύσια προθεσμία του άρθρου 1019 παρ. 1 ΚΠο.λΔ και συνεπώς αυτή δε μπορεί να αρχίζει νωρίτερα από την αναγκαστική παρέλευση των επτά μηνών από την ημερομηνία της κατάσχεσης, κατά την οποία ο επισπεύδων βρίσκεται σε εκ του νόμου αδράνεια. Άλλωστε, τυχόν αντίθετη ερμηνεία θα είχε ως αποτέλεσμα ο επισπεύδων να υποχρεούται να επιτύχει νέο ευδόκιμο πλειστηριασμό εντός του στενού περιθωρίου των εναπομεινάντων πέντε το πολύ μηνών, άλλως να εκπίπτει της κατάσχεσης και να πρέπει να επιβάλλει νέα. Αντίστοιχα, με βάση τη συνδυαστική ερμηνεία των άρθρων 973 παρ. 1 εδ. β’ και 1019 παρ. 1 ΚΓΙολΔ, και για την ταυτότητα του νομικού λόγου, το ίδιο συμβαίνει και στις περιπτώσεις δήλωσης συνέχισης του πλειστηριασμού και συνεπώς στην ενιαύσια προθεσμία του άρθρου 1019 παρ. 1 ΚΓΙολΔ δεν προσμετράται το χρονικό διάστημα των δύο μηνών, που υποχρεωτικά πρέπει να παρέλθει για τον ορισμό νέου πλειστηριασμού, εφόσον και πάλι κατά το διάστημα αυτό ο επισπεύδων βρίσκεται σε εκ του νόμου αδράνεια. Η δε αντίθετη άποψη, την οποία δεν ακολουθεί το παρόν Δικαστήριο, θεωρεί ότι, αν ο νομοθέτης του νόμου 4335/2015 ήθελε, είτε την επιμήκυνση της προθεσμίας του άρθρου 1019 ΚΓΙολΔ κατά 7 μήνες, είτε τη μετατόπιση της αφετηρίας της από την επιβολή της κατάσχεσης στην αρχικά ορισθείσα ημερομηνία του πλειστηριασμού, θα το όριζε ρητά. Διατείνεται η ίδια άποψη επίσης ότι, όταν o δικονομικός νομοθέτης ορίζει ότι ο πλειστηριασμός δεν μπορεί να διεξαχθεί πριν από την παρέλευση επταμήνου από την επιβολή της κατάσχεσης, τελεί εν γνώσει του χρονικού πλαισίου του άρθρου 1019 ΚΠολΔ, ώστε να μην μπορεί να γίνεται λόγος για απροσχεδίαστο από το νόμο και συνεπώς διορθωτέο μέσω της ερμηνειας κενό και συνεπώς, εμμένοντας στην ενιαύσια προθεσμία, είναι βέβαιο ότι προσδοκά την ολοκλήρωση της εκτελεστικής διαδικασίας εντός αυτής. Ωστόσο εξ αντιδιαστολής από το εν λόγω επιχείρημα, προκύπτει το αντεπιχείρημα ότι με τον τρόπο αυτό, αν ήθελε θεωρηθεί ότι η προθεσμία του επταμήνου και του μεταγενεστέρου διμήνου για την περίπτωση υποκατάστασης δεν αφαιρείται από την ενιαύσια προθεσμία, τιμωρείται ο επιμελής επισπεύδων με την ασφυκτική μείωση του χρονικού περιθωρίου, που έχει στην διάθεσή του για την ολοκλήρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης, καθόσον, αν δεν ευδοκιμήσει ο πλειστηριασμός κατά την αρχικά ορισθείσα ημερομηνία, τότε απομένουν ασφυκτικά περιθώρια για τον επιμελή επισπεύδοντα. Και σίγουρα κάτι τέτοιο δε μπορεί ηθελημένα ο νομοθέτης του v. 4335/2015 να το επεδίωκε (ΜΠρΘεσς 11987/2021 Αρμ 2022, 420, ΕιρΝαυπλ 291/2020 Αρμ 2020, 256, ΕιρΑΘ 818/2019, ΕιρΧαλκ 641/2019, Αρμ 2020, 2050 και ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΚω 252/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΧαλ 28/2018 ΝΟΒ 2018, 1059, Χατζηϊωάννου Η ανατροπή της αναγκαστικής κατάσχεσης: Μια κριτική επαναξιολόγηση μετά το v. 4335/2015 και τους μεταγενέστερους του νόμους, Αρμ 2021, 2016).

Με την κρινόμενη αίτηση επιδιώκεται να ανατραπεί η αναγκαστική κατάσχεση, που επιβλήθηκε με την υπ’ αριθμ. ………/2021 έκθεση κατάσχεσης ακινήτου στο περιγραφόμενο σε αυτή ακίνητο κυριότητας του αιτούντος, επειδή από την επιβολή της παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος του έτους χωρίς να επακολουθήσει πλειστηριασμός. Τέλος, ζητεί να καταδικασθεί η καθ’ ης η αίτηση στην δικαστική του δαπάνη.

…… Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι από το χρονικό διάστημα των 798 ημερών, που μεσολαβεί από την επόμενη ημέρα της επιβολής της επίδικης κατάσχεσης, από την οποία ξεκινά κατά το άρθρο 144 παρ. 1 ΚΠολΔ η δικονομική προθεσμία του άρθρου 1019 παρ. 1 ΚΓΙολΔ, ήτοι από τις 8-7-2021, μέχρι την κατάθεση της υπό κρίση αίτησης, ήτοι μέχρι τις 13-9-2023, πρέπει κατά τα προδιαμειφθέντα στην μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της παρούσας να αφαιρεθούν τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα: ……

Μετά από την αφαίρεση των προρρηθέντων χρονικών διαστημάτων συνολικής διάρκειας 425 ημερών, από το χρόνο των 798 ημερών που έτρεξε από την επομένη ημέρα της ως άνω επιβολής της κατάσχεσης μέχρι τις 13-9-2023, προκύπτει ότι έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους [(798 — 425 =) χρονικό διάστημα 373 ημερών] χωρίς να επακολουθήσει πλειστηριασμός. Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και να διαταχθούν όσα ορίζονται στο διατακτικό της παρούσας, δοθέντος δε ότι ο αιτών έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση της παρούσας αιτήσεως σε βάρος της καθ’ ης. Τέλος η καθ’ ης πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αιτούντος, o οποίος υπέβαλε σχετικό αίτημα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Λέξεις κλειδιά:

Σχετικά άρθρα στην ενότητα Ρύθμιση οφειλών - εκτέλεση