Σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος το απαράδεκτο της ασκήσεως του ενδίκου βοηθήματος του διαδίκου που κατέθεσε την ανακοπή του δέκα πέντε πλήρεις ημέρες πριν την ημέρα του πλειστηριασμού, αλλά όχι δέκα πέντε εργάσιμες ημέρες πριν την ημέρα του πλειστηριασμού, τη στιγμή μάλιστα που οι προπαρασκευαστικές προθεσμίες, σε αντίθεση με τις προθεσμίες ενέργειας, δεν υπόκεινται στο ένδικο βοήθημα της επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση (152 ΚΠολΔ), δεν συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας και έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το Σύνταγμα, ιδίως μετά την αναθεώρηση του 2001.
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ
Απόφαση 19/2023
Με την κρινόμενη αίτηση ο ανακόπτων εκθέτει ότι με επίσπευση της καθ’ ης κατασχέθηκε αναγκαστικά μια οριζόντια ιδιοκτησία-διαμέρισμα, όπως αυτή περιγράφεται στην προσβαλλόμενη πράξη και συγκεκριμένα, ………… Ότι το άνω ακίνητο ιδιοκτησίας του εκτιμήθηκε από τον πιστοποιημένο εκτιμητή που προσέλαβε ο διενεργών την κατάσχεση Δικαστικός Επιμελητής σε αγοραία 62.000 ευρώ, η οποία ορίστηκε και ως τιμή πρώτης προσφοράς, αξία δηλαδή που υπολείπεται σημαντικά της αντικειμενικής αξίας του άνω ακινήτου η οποία ανέρχεται σε 81.223,20 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητεί να διαταχθεί η διόρθωση της προσβαλλόμενης πράξης και να καθοριστεί αξία του προς εκπλειστηρίαση ακινήτου του και συνακόλουθα η τιμή της πρώτης προσφοράς στο ποσό των 81.690 ευρώ.
Η καθ’ ης ισχυρίζεται ότι η υπό κρίση ανακοπή ασκήθηκε εκπροθέσμως, αφού όπως προκύπτει από την σχετική πράξη κατάθεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 27/12/2022 και επιδόθηκε στην Τράπεζα αυθημερόν, όπως προκύπτει από την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση στην πρώτη σελίδα του δικογράφου, ενώ σύμφωνα με τα ανωτέρω για το παραδεκτό αυτής θα έπρεπε να είχε κατατεθεί και να επιδοθεί στην Τράπεζα δέκα πέντε (15) εργάσιμες ημέρες πριν την ημερομηνία του πλειστηριασμού (ορισμένου για 11/01/2023) ήτοι το αργότερο μέχρι την 19/12/2022 και επομένως δέον όπως απορριφθεί για τον λόγο αυτό ως απαράδεκτη. Πλην ουδένα λόγον έχουν οι σχετικοί ορισμοί του ΚΓΙολΔ και του ΑΚ περί απαραδέκτου λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως, οσάκις ο διάδικος είχε στην διάθεσή του επαρκή χρόνο για την μελέτη της υποθέσεως, προκειμένου περί των ούτω καλουμένων προπαρασκευαστικών η προεισαγωγικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων οι οποίες τάσσονται υπό του νόμου κλπ. και είναι απαραίτητο να παρέλθουν προ της ενεργείας ορισμένης πράξεως, δηλώσεως (Ιδία διαδικαστικής τινός πράξεως). Σκοπός των προθεσμιών τούτων είναι να δοθεί καιρός στον υπόχρεο, δικαιούχο κλπ. για να προπαρασκευασθεί δια την διενέργεια της πράξεως, της δηλώσεως κλπ. Πράγματι, επί των τελευταίων προθεσμιών ουδεμία σημασίαν έχει ή δύναται να έχει το γεγονός εάν οι δεκαπέντε ημέρες της προθεσμίας είναι εργάσιμες ή εξαιρετέες κατά νόμον, όπως δεν ενδιαφέρει αν μια ή πλείονες των ενδιαμέσων ημερών της προθεσμίας είναι κατά νόμον εξαιρετέα, όταν ο υπολογισμός του χρόνου γίνεται νοητός συναπτώς και όχι ωφελίμως. Περαιτέρω, στο σημείο αυτό πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος δεν αποκλείει στο νομοθέτη να θέτει περιορισμούς, αναφορικά με την άσκηση του κατοχυρωμένου από αυτήν δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας, πλην όμως αυτοί οι περιορισμοί πρέπει να είναι ρητοί, εύλογοι, αναλογικοί, αμοιβαίοι για τους διαδίκους και να μην προσβάλλουν τον πυρήνα του δικαιώματος. Συνεπώς, πρέπει να παρέχεται στους διαδίκους πλήρες και κατά τρόπο όμοιο δικαίωμα προετοιμασίας ενόψει της συζήτησης της υπόθεσης για την προάσπιση και διεκδίκηση των αξιώσεών τους, ενώ μια τυπολατρική ερμηνεία δημιουργεί και εύλογες αμφιβολίες αναφορικά με τη συμβατότητά της με τον υπέρτερο κανόνα της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 Συντάγματος). Κατά την άποψη τουλάχιστον του παρόντος δικαστηρίου το απαράδεκτο της ασκήσεως του ενδίκου βοηθήματος του διαδίκου που κατέθεσε την ανακοπή του δέκα πέντε πλήρεις ημέρες πριν την ημέρα του πλειστηριασμού, αλλά όχι δέκα πέντε εργάσιμες ημέρες πριν την ημέρα του πλειστηριασμού, τη στιγμή μάλιστα που οι προπαρασκευαστικές προθεσμίες, σε αντίθεση με τις προθεσμίες ενέργειας, δεν υπόκεινται στο ένδικο βοήθημα της επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση (152 ΚΠολΔ), δεν συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας και έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το Σύνταγμα, ιδίως μετά την αναθεώρηση του 2001. Συνεπώς, η κρινόμενη ανακοπή πρέπει να εξεταστεί κατ’ ουσίαν
Λέξεις κλειδιά:




