ΑΚΥΡΩΣΗ ΠΡΑΞΗΣ ΕΠΙΒΟΛΗΣ ΠΡΟΣΤΙΜΟΥ ΑΝΑΣΦΑΛΙΣΤΟΥ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ – Μόνη η φυσική παρουσία του ανωτέρω στο χώρο της επιχείρησης του εκκαλούντος δεν αποτελεί απόδειξη της εργασιακής του απασχόλησης – Η υπογραφή του δελτίου ελέγχου από τον ευρεθέντα στην επιχείρηση δεν συνεπάγεται, άνευ άλλου, ομολογία αυτού περί ύπαρξης σχέσης εργασίας με την επιχείρηση του ήδη εκκαλούντος. ΔΕΧΕΤΑΙ ΕΦΕΣΗ ΤΥΠΙΚΑ ΚΑΙ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ. ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΔΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΚΑΙ ΑΚΥΡΩΝΕΙ ΤΗΝ ΠΡΑΞΗ ΕΠΙΒΟΛΗΣ ΠΡΟΣΤΙΜΟΥ.

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΑΣ

Αριθμός Aπόφασης 2614/2023

1. Επειδή, περαιτέρω, με την ως άνω Φ.11321/11115/802/2.6.2014 υπουργική απόφαση θεσπίζεται μαχητό τεκμήριο ότι ο αναφερόμενος από το αρμόδιο ελεγκτικό όργανο ως εργαζόμενος, ο οποίος δεν αναγράφεται στον πίνακα προσωπικού, συνδέεται με εργασιακή σχέση με τον εργοδότη, που οφείλει να ανατρέψει το τεκμήριο αυτό αποδεικνύοντας ότι ουδεμία σχέση εργασίας τον συνδέει με το εν λόγω πρόσωπο (πρβλ. ΣτΕ 2151/2017 7μ.). Επιπλέον, προβλέπεται (μεταξύ άλλων) η επιβολή προστίμου για κάθε μη καταχωρισμένο στον πίνακα προσωπικού υπάλληλο, ηλικίας άνω των 25 ετών, ύψους 10.549,44 ευρώ. Με το αναφερθέν περιεχόμενο, η διάταξη του άρθρου 1 της Φ.11321/11115/802/2.6.2014 απόφασης, ερμηνευόμενη σε συνδυασμό με το πλαίσιο που συνθέτουν οι κατωτέρω αναφερόμενες διατάξεις συναφών νομοθετημάτων, κείται εντός των ορίων της εξουσιοδοτικής διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 20 του ν. 4255/2014. Τούτο δε, διότι : α) η παράβαση της μη αναγραφής εργαζόμενου στον πίνακα προσωπικού πληροί την προϋπόθεση της τυπικής παράβασης, καθόσον ερείδεται στην απλή διαπίστωση του αντικειμενικού γεγονότος της μη καταχώρισης του εργαζόμενου στον τηρούμενο στην επιχείρηση πίνακα προσωπικού, β) η ίδια ως άνω παράβαση αποτελεί εξειδίκευση της θεσπιζόμενης, από το άρθρο 16 παρ. 1 – 4 του ν. 2874/2000 (σκέψη 4 της παρούσας), υποχρέωσης του εργοδότη να αναρτά, σε εμφανές σημείο του τόπου εργασίας των απασχολούμενων σε αυτόν μισθωτών, πίνακα με πλήρες περιεχόμενο, περιέχοντα τα οριζόμενα από τον νόμο στοιχεία (ονοματεπώνυμο, ονοματεπώνυμο πατέρα και μητέρας, οικογενειακή κατάσταση, ειδικότητα, ημερομηνία πρόσληψης) των εργαζόμενων και γ) η αναφερθείσα παράβαση έχει άμεση σχέση με την θεσπιζόμενη από το άρθρο 26 παρ. 9 περ. στ΄ του α.ν. 1846/1951, όπως ίσχυε, υποχρέωση του εργοδότη να καταχωρίσει σε ειδικό βιβλίο τους νεοπροσλαμβανόμενους από αυτόν εργαζόμενους [πρβλ. ΣτΕ 2151/2017 7μ., που έκρινε για την – ταυτόσημου περιεχομένου με την ήδη ισχύουσα – διάταξη του άρθρου 1 της 27397/122/19.8.2013 υπουργικής απόφασης (Β 2062), που είχε εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση της διάταξης της παρ. 4 του άρθρου 24 του ν. 3996/2011 (Α 170)]. 

4. Επειδή, εξάλλου, ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας ορίζει στο άρθρο 147 ότι : «1. Αποδεικτικά μέσα είναι : α) η αυτοψία, β) η πραγματογνωμοσύνη, γ) τα έγγραφα, δ) η ομολογία του ιδιώτη διαδίκου, ε) οι εξηγήσεις των διαδίκων, στ) οι μάρτυρες και ζ) τα δικαστικά τεκμήρια. …», στο άρθρο 148 ότι : «Το δικαστήριο χρησιμοποιεί τα αποδεικτικά μέσα κατά την κρίση του και τα εκτιμά ελευθέρως, αυτοτελώς ή σε συνδυασμό μεταξύ τους, εκτός αν ειδική διάταξη νόμου ορίζει διαφορετικά» και στο άρθρο 171 ότι : «1 (η παρ. 1 τίθεται όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 102 παρ. 1 του ν. 4727/2020, Α 184/23.9.2020). Τα δημόσια έγγραφα που έχουν συνταχθεί από το αρμόδιο όργανο και κατά τους νόμιμους τύπους αποτελούν πλήρη απόδειξη για όσα βεβαιώνεται σε αυτά, είτε ότι ενήργησε ο συντάκτης τους είτε ότι έγιναν ενώπιόν του, ως προς τα οποία είναι δυνατή η ανταπόδειξη μόνο εφόσον τα έγγραφα αυτά προσβληθούν ως πλαστά. Την ίδια ισχύ έχουν και τα ηλεκτρονικά δημόσια έγγραφα των παρ. 3 και 6 του άρθρου 13 του νόμου για την Ψηφιακή Διακυβέρνηση. … 3. Κατά τα λοιπά το περιεχόμενο των δημόσιων εγγράφων, καθώς και όλο το περιεχόμενο των ιδιωτικών, εκτιμάται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 148. …». Από τον συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας συνάγεται ότι το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα όλα τα προσκομιζόμενα ενώπιόν του στοιχεία, αυτοτελώς ή σε συνδυασμό μεταξύ τους (ΣτΕ 1375/2020, 2563/2016, 2997/2015). Περαιτέρω, όσον αφορά στην αποδεικτική δύναμη των δημόσιων εγγράφων, (συνάγεται ότι) τα έγγραφα αυτά αποτελούν πλήρη απόδειξη μόνον ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτά ότι έγιναν από το δημόσιο όργανο ή ενώπιόν του και τα οποία μπορεί να αμφισβητηθούν μόνο με προσβολή του δημόσιου εγγράφου για πλαστότητα, βάσει ειδικής προς τούτο πληρεξουσιότητας (ΣτΕ 1375/2020, 1233/2019, 3018/2017, 2376/2017, 2563/2016, 2997/2015, 1315/2014). Αντίθετα, για όλα όσα το όργανο αυτό έπρεπε, λόγω των καθηκόντων του, να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως, επιτρέπεται ανταπόδειξη (ΣτΕ 1375/2020, 3018/2017, 2563/2016).

15.Επειδή, το Δικαστήριο τούτο λαμβάνει υπόψη του ότι : α) με την Φ.11321/11115/802/2.6.2014 υπουργική απόφαση θεσπίζεται μαχητό τεκμήριο ότι ο αναφερόμενος από το αρμόδιο ελεγκτικό όργανο ως εργαζόμενος, ο οποίος δεν αναγράφεται στον πίνακα προσωπικού, συνδέεται με εργασιακή σχέση με τον εργοδότη, που οφείλει να ανατρέψει το τεκμήριο αυτό αποδεικνύοντας ότι ουδεμία σχέση εργασίας τον συνδέει με το εν λόγω πρόσωπο (σκέψη 8 της παρούσας), β) στην προκείμενη περίπτωση, η επιβολή του ένδικου προστίμου σε βάρος του ήδη εκκαλούντος ερείδεται στις διαπιστώσεις που καταγράφονται στο ………………. δελτίο ελέγχου των ελεγκτών υπαλλήλων του διάδικου ασφαλιστικού οργανισμού, σύμφωνα με το οποίο, κατά τον επιτόπιο έλεγχο που διενεργήθηκε στις 9.9.2017, βρέθηκε να απασχολείται ο ……………………. με την ειδικότητα του πωλητή (με τις περαιτέρω διευκρινίσεις ότι τούτος βρέθηκε εντός του καταστήματος να κάθεται στο βάθος, ενώ δεν βρίσκονταν πελάτες εντός του καταστήματος), χωρίς, ωστόσο, να διαλαμβάνεται ειδική μνεία στο ως άνω δελτίο ως προς το ποια είναι τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία δικαιολογείται η εκτίμηση των ελεγκτικών οργάνων ότι ο προαναφερόμενος απασχολείτο στην επιχείρηση και μάλιστα ως πωλητής, ούτε γίνεται οποιαδήποτε διευκρινιστική αναφορά στους όρους της φερόμενης απασχόλησής του και, ιδίως, στις καθαρές αποδοχές του, η ως άνω δε εκτίμηση των ελεγκτών δεν συνεπικουρείται από οποιοδήποτε στοιχείο του φακέλου, γ) ναι μεν το ως άνω δελτίο, ως δημόσιο έγγραφο, αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτό ότι έγιναν από το ίδιο το δημόσιο όργανο ή ενώπιόν του και τα οποία μπορούν να αμφισβητηθούν μόνο με προσβολή του για πλαστότητα, όμως, αυτό δεν αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς την ιδιότητα των προσώπων που βρίσκονται ενώπιον του δημόσιου οργάνου, όπως, στην προκείμενη περίπτωση, του ανωτέρω ως εργαζόμενου στην επιχείρηση του ήδη εκκαλούντος, εφόσον η ιδιότητα του «πωλητή» περιλαμβάνεται στα ερευνητέα από τα ελεγκτικά όργανα στοιχεία και δεν αποτελεί βεβαίωση ούτε όσων ενήργησαν τα ελεγκτικά αυτά όργανα ούτε όσων έγιναν ενώπιόν τους (σκέψη 11), δ) μόνη, δε, η φυσική παρουσία του ανωτέρω στο χώρο της επιχείρησης του εκκαλούντος δεν αποτελεί απόδειξη της εργασιακής του απασχόλησης, καθώς η εν λόγω παρουσία δεν αποκλείεται να οφείλεται στην, κατά τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος, επίσκεψή του προς αναζήτηση δυνατότητας χρήσης υπηρεσιών διαδικτύου για την επικοινωνία με την οικογένειά του στο ……………….., ενώ, ως ημερομηνία πρόσληψης του ως άνω αναγράφεται αυτή του επιτόπιου ελέγχου, και ε) η υπογραφή του εν λόγω δελτίου ελέγχου από τον ευρεθέντα στην επιχείρηση δεν συνεπάγεται, άνευ άλλου, ομολογία αυτού περί ύπαρξης σχέσης εργασίας με την επιχείρηση του ήδη εκκαλούντος, δεδομένου καταρχάς του ότι ο ως άνω ευρεθείς, ως υπήκοος ……………….., κατά κοινή αντίληψη, είχε ελλιπή γνώση της ελληνικής γλώσσας, περαιτέρω δε, του ότι δεν συνοδεύεται και από αντίστοιχη δήλωσή του για τις καθαρές αποδοχές του. Από την συνεκτίμηση και αξιολόγηση των ανωτέρω, καθώς και του περιεχομένου της ………………… ένορκης βεβαίωσης ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθήνας του – μη συνδεόμενου με οποιονδήποτε τρόπο με τον ήδη εκκαλούντα εργοδότη – ……………….. γείτονα του ήδη εκκαλούντος, η οποία λήφθηκε κατόπιν τήρησης των οριζόμενων στο άρθρο 185 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας και συνεπικουρείται από τα έγγραφα στοιχεία του διοικητικού φακέλου (βλ. ιδίως τα από ………………….. έντυπα Ε3 περί αναγγελίας πρόσληψης του ……………….. από τον ήδη εκκαλούντα και την σύμβαση εργασίας μερικής απασχόλησης του τελευταίου, αναφερόμενα στην σκέψη 14 της παρούσας), το Δικαστήριο κρίνει ότι ……………. δεν συνδεόταν με σχέση εξαρτημένης εργασίας με τον εκκαλούντα, κατ΄ ανατροπή του θεσπιζόμενου με τις αναφερθείσες διατάξεις μαχητού τεκμηρίου. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε αντίθετα, έσφαλε, όπως βάσιμα προβάλλεται με την έφεση κατά το οικείο αυτής κεφάλαιο και, για τον λόγο αυτό, η εκκαλούμενη απόφαση πρέπει να εξαφανιστεί κατά το σχετικό της μέρος, απορριπτόμενου κάθε ενάντιου ισχυρισμού ως αβάσιμου. Περαιτέρω, το Δικαστήριο τούτο, δικάζοντας επί της με ημερομηνία κατάθεσης 4.10.2017 προσφυγής κατά το σχετικό της μέρος, κρίνει ότι, για τους λόγους που αναφέρθηκαν, ο προσφεύγων δεν υπέπεσε στην παράβαση της μη αναγραφής στον πίνακα προσωπικού του ……………….. και, ως εκ τούτου, μη νομίμως επιβλήθηκε σε βάρος του το ένδικο πρόστιμο για την παράβαση αυτή, κατ’ αποδοχή ως βάσιμων όσων προβάλλονται.

Λέξεις κλειδιά:

Σχετικά άρθρα στην ενότητα διοικητικές διαφορές